Τσουπωτή

Greek

Έχω έναν πόνο φοβερό
πρέπει να πάω στο γιατρό
είναι εκεί κάτω χαμηλά
πιο κάτω από την καρδιά
και λίγο πριν τον αφαλό
Μου μοιάζει με γουργουρητό
που μου θολώνει το μυαλό
και ο πόνος πώς με κυβερνά
λίγο πιο κάτω απ’ την καρδιά
και λίγο πριν τον αφαλό.

Τόσα απογεύματα…
που πήγαν τόσα γεύματα;
αυτοπεριορίζομαι
στο τζιν μου να χωρέσω.
Γι' αυτό αλλάζω κίνητρο
σαν το σπουργίτι δε θα τρώω
κι αν δεν μου κάνει αυτό το τζιν
άλλο θα βρω για να φορέσω

Μου είναι δύσκολο να πω
«Κομμένο πια το βραδινό»
δεν θέλω να ’μαι εγκρατής
σωστή πολύ και συνεπής
θέλω ανήθικα να ζω
Και ας με λέτε τσουπωτή
δε με ενδιαφέρει και πολύ
Έχω καμπύλες φονικές
και τόσους άνδρες θαυμαστές
και μέλλον με προοπτική

Τόσα απογεύματα
που πήγαν τόσα γεύματα
αυτοπεριορίζομαι
στο τζιν μου να χωρέσω
Θα κάψω αυτό το κτήριο
το παλιογυμναστήριο
κι αν δεν μου κάνει αυτό το τζιν
άλλο θα βρω για να φορέσω…

Κι άμα δε βρω,
θα βάλω φούστα

English

I have a terrible pain
I need to go to the doctor
It’s down there, low
Right below the heart
And right above the belly button
It sounds like a growl to me
That blurs my mind
And oh… how pain is taking over…
Right below the heart
And right above the belly button

So many evenings…
What happened to all these meals?
I am self-restraining
In order to fit into my jeans
So, I’m changing my aim
I’ll no longer eat like a sparrow
And if these jeans don’t fit me
I’ll just find another pair to wear

It’s hard for me to tell myself
‘No dinner anymore’
I don’t want to be self-restrained
all proper and consistent
I want to live immorally
Even if you all call me ‘chubby’
I don’t care that much anyway
I have lethal curves
And so many male admirers
And a future with prospects

So many evenings…
What happened to all these meals?
I am self-restraining
In order to fit into my jeans
I’ll burn down that building
that damn gym
And if these jeans don’t fit me
I’ll just find another pair to wear

And if I don’t find one,
I’ll wear a skirt

αυτοπεριορίζομαι

Although in Modern Greek αυτό means ‘it’ or ‘this’, in Ancient Greek it also had meanings related to the self. This use of the word is still in place today, when it’s used as a prefix.

αυτοεκτίμηση– self-esteem

αυτολύπηση– self-pity


μου κάνει

When referring to clothes, the phrase means ‘it fits me’, but it can also mean ‘it’s good enough for me’ or when talking about other things. This is because the verb can be used the same way as English ‘do’, in a context like the following:

Αυτό κάνει. – That’ll do.


κομμένο

The verb κόβω– whose past participle is κομμένος-η -ο –, is also used to mean ‘to quit’ when talking about a habit. In the song, she says ‘Dinner [is] cut’, to mean that she would give it up.

Κομμένος ο καφές από σήμερα. – From today, no more coffee.


τσουπωτή

The adjective is often used to mean ‘plump’ or ‘chubby’ in a jolly way, but it’s also used to describe tight and round flesh, for instance in cheeks or buttocks.